Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Υπνωτισμός


   Σήμερα, Σάββατο βράδυ, άρρωστη και μόνη στο σπίτι, χαζολογούσα παρακολουθώντας μια ταινία που με πήγε μια βόλτα πίσω.. (όχι, αυτό το πόστ δεν έχει να κάνει με περίπτωση τωρινή, το ξέρω ότι το σκέφτηκες!)

   Έχουμε, λοιπόν, τη Λίζα που θεωρεί πως έχει σχέση με τον Γιάννη, κλασσικός μαλάκας γκόμενος που τη μειώνει, την κερατώνει, την την την αλλά αυτή εκεί, και, απογοητευμένη από αυτόν αλλά και γενικά από το αντρικό φύλο, ψάχνει να βρει κάποιον κανονικό, κάποιον που να μην είναι μαλάκας, ε,  και μετά γνωρίζει τον Πάρη. Ο Πάρης, φυσικά, είναι ο γνωστός τύπος άντρα που αποπνέει μυστήριο, γοητεία, και πάθος, που για κάποιο άγνωστο λόγο, χωρίς να γνωρίζεις καθόλου, κολλάς τόσο πολύ ενώ αυτός έχει εσένα και άλλες δέκα κι εσύ χαίρεσαι. 

   Αυτή αποφασίζει να παρατήσει τον άλλο, ο οποίος εν τέλει λέει να προσπαθήσει κιόλας, και να τρέξει πίσω από τον νεαρό θεό που στην πορεία φαίνεται ότι δεν είναι και τόσο τέλειος. Από τη μια την τρέχει και την ψήνει και από την άλλη πάει με άλλες, εμφανίζεται ξαφνικά να σε κάνει να χάσεις τη γη κάτω από τα πόδια σου και με μια κουβέντα σε κάνει να αισθάνεσαι πουτάνα δ’ διαλογής, αλλά εσύ κάνεις το μαλάκα γιατί θες απεγνωσμένα να σε πηδήξει να βρίσκεσαι μαζί του. Μετά με άλλη μια κουβέντα σε στέλνει στον έβδομο ουρανό. Παρατηρήσατε την αλλαγή προσώπου στην  αφήγηση; Δεν είναι τυχαίο. Αυτό το σενάριο ξαφνικά μου φάνηκε γνώριμο. (Για τους κακεντρεχείς: όχι ΙΔΙΟ, γνώριμο..! ) 

   Πόσες είναι, άραγε, οι φορές που μας έχει συμβεί αυτό; Γνωρίζουμε κάποιον και τρελαινόμαστε. Παθιαζόμαστε, χωρίς να γνωρίζουμε το γιατί, και δεν βλέπουμε μπροστά μας. Υπνωτιζόμαστε.  Κρατάμε μόνο τα θετικά-τα οποία βρίσκουμε μόνο από κοντά μιας και το μεγάλο όπλο αυτό του είδους άντρα είναι το ότι μπορεί σπίτι σου να τον βρίζεις και να λες το οτιδήποτε αλλά μόλις σε πλησιάσει όλα αλλάζουν, λες και σου κάνει μάγια- και τα αρνητικά, που συνήθως υπερέχουν αριθμητικά, τα ξεχνάμε, τα διώχνουμε, τα προσπερνάμε. Από το ένα αυτί μπαίνει κι από το άλλο βγαίνει, ρε παιδί μου. 

  Όταν είμαστε μαζί του τον θεωρούμε τον υπέρτατο-φοβερό-τέλειο-ανυπέρβλητο-γλυκύτερο, μόνο θυσίες δεν ξεκινάμε, δηλαδή. Κι όμως, είναι ο ίδιος μαλάκας με τους άλλους (δεν εννοώ όλους) αλλά σε μαγευτικό περιτύλιγμα.  Γιατί αυτό συμβαίνει, έρχεται, μαγεύεσαι, φεύγει, σε γράφει κι εσύ κάθεσαι σπίτι αγκαλιά με ένα παγωτό σε οικογενειακή συσκευασία να περιμένεις το τηλέφωνο να χτυπήσει. Και δεν χτυπάει. Κι εσύ περιμένεις. Κι όταν, τυχαία πια, συναντηθείτε στο δρόμο η ιστορία να επαναλαμβάνεται. Έστω ότι δεν περιμένεις πάνω από το τηλέφωνο με το οικογενειακό στον ώμο, γιατί όταν δεν είναι εκεί βλέπεις αυτήν την αδιαφορία ή τη διαφορετική συμπεριφορά ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ; Γιατί κάθε φορά σε τουμπάρει;

   Πώς είναι δυνατόν να μας κάνει να τον θέλουμε τόσο πολύ; Πώς γίνεται να βγάζει τόσο πάθος; Σαν να τον ξέρεις χρόνια, σαν να τον αγαπάς, κι όπως έλεγε και στην ταινία ‘’πώς γίνεται να σου λείπει τόσο πολύ ένας άνθρωπος που πριν δυο βδομάδες δεν ήξερες ότι υπήρχε;’’. Είναι δυνατόν να γινόμαστε τόσο χαζές; Μπορεί ένας άνθρωπος να ασκεί τέτοια συναισθηματική εξουσία πάνω μας και να μην το παίρνουμε πρέφα; Και γιατί ενώ αργότερα ανακαλύπτουμε ότι δεν είναι τόσο φοβερός όσο νομίζαμε, συνεχίζουμε να τρέχουμε από πίσω του; 


Είναι όμορφο το ψέμα όσο λίγο και αν κρατήσει, δεν αντέχω την αλήθεια όπως έχει καταντήσει! Δεν αντέχω την αλήθεια σε ένα όνειρο ελπίζω, που το χτίζω κάθε νύχτα και την μέρα το γκρεμίζω!